ΕΟΚΑ: Ο «Σεβαστιανός»…ήταν γυναίκα!

Η αξιοζήλευτη δράση της αγωνίστριας Λούλας Κοκκίνου – Παπαγεωργίου

Η Λούλλα Κοκκίνου-Παπαγεωργίου, με τον επίσης αγωνιστή σύζυγό της Αθανάσιο, στο συνέδριο για το Επικοινωνιακό Σύστημα της ΕΟΚΑ (συνδέσμους), που έγινε στη Λευκωσία τον Οκτώβρη του 2009. (Φωτογραφία: Νίκος Παπαναστασίου).

Έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 23/6/2019, στα 87 της χρόνια, η αγωνίστρια της ΕΟΚΑ Λούλλα Κοκκίνου-Παπαγεωργίου. Μια γυναίκα με αξιοζήλευτη και σημαντική προσφορά στον απελευθερωτικό αγώνα, αφού
για μεγάλο χρονικό διάστημα προΐστατο του Κέντρου της Οργάνωσης στη Λευκωσία. Το Κέντρο είχε την ευθύνη, για την αποστολή, παραλαβή και διανομή της αλληλογραφίας του Αρχηγού Γρίβα Διγενή στους τομεάρχες, και αντίστροφα.
Η Λούλλα, με καταγωγή από τον Άγιο Ηλία Αμμοχώστου, εργαζόταν το 1955 στα γραφεία της εταιρίας μεταφορών ΚΕΜ στη Λευκωσία. Συνδεόταν στην ΟΧΕΝ, όπως και η αδελφή της θεολόγος Ουρανία, με τον πατέρα Σταύρο Παπαγαθαγγέλου, ο οποίος και τις μύησε στον αγώνα πολύ πριν αρχίσει. Με την έναρξή του και οι δυο ανάλαβαν αποστολές, βοηθώντας στο νευραλγικό τομέα των συνδέσμων, σε συνεργασία με τον Παπαφώτιο Καλογήρου, ιερέα της Φανερωμένης. Κι αυτό μέχρι τη σύλληψή του τελευταίου, τον Μάρτη του 1956, που ακολούθησε την εξορία στις Σεϊχέλλες του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, του Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανού και του γραμματέα της Μητρόπολης Πολύκαρπου Ιωαννίδη. Ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ ανέθεσε τότε τη θέση υπευθύνου του Κέντρου στην αείμνηστη Λούλλα, που υπό το ψευδώνυμο «Σεβαστιανός», αναδιοργάνωσε το Κέντρο και το κράτησε μυστικό, παρά τις εξονυχιστικές έρευνες και τα άλλα σκληρά μέτρα των Άγγλων.

Επρόκειτο για πόστο, που δεν περιοριζόταν πια μόνο στην αλληλογραφία του Αρχηγού, αλλά και σε πολλά άλλα: Πολυγράφηση και αποστολή σε όλη την Κύπρο των προκηρύξεων και διαταγών του Διγενή, την έκτακτη διαβίβαση προς αυτόν και τους τομεάρχες επειγουσών πληροφοριών για αξιοποίηση και λήψη άμεσων μέτρων, τη φυγάδευση και τακτοποίηση καταζητουμένων, τον εφοδιασμό των ανταρτικών ομάδων με όπλα, τρόφιμα, ρουχισμό και άλλο υλικό, την εξεύρεση δικηγόρων για την υπεράσπιση των συλλαμβανομένων αγωνιστών, διευθετήσεις για απόδραση κρατουμένων ή καταδίκων και μετά τη φυγάδευσή τους και πολλά άλλα.
Στην πολυσχιδή δραστηριότητα της Λούλλας περιλαμβάνονταν ακόμα και διευθετήσεις για την παραλαβή οπλισμού από την Ελλάδα, με αποστολέα τον Ανδρέα Αζίνα-«Τριπτόλεμο». Η παραλαβή γινόταν στο Ταχυδρομείο Λεμεσού, μέσω μυημένων υπαλλήλων οι οποίοι και έστελναν το υλικό στον προορισμό του. Πιστόλια, σφαίρες και ωρολογιακοί μηχανισμοί, συσκευασμένα σε κουτιά για κονσέρβες, λουκούμια, γλυκά και καφέ, περνούσαν στα χέρια της ΕΟΚΑ κάτω από τη μύτη των Άγγλων. Έγιναν τέσσερις τέτοιες επιτυχείς αποστολές μέχρι που το σχέδιο προδόθηκε και το διαδέχθηκε άλλο, με αποστολές οπλισμού μέσα σε βαλίτσες.
Ως Κέντρο της ΕΟΚΑ, η Λ. Κοκκίνου χρησιμοποιούσε το σπίτι της. Είχε οργανώσει δίκτυο συγκέντρωσης της αλληλογραφίας, κυρίως από αγωνίστριες μέλη της ΟΧΕΝ, οι οποίες έπαιρναν από συγκεκριμένα σημεία (καφενεία, περίπτερα, ιατρεία, καταστήματα και γενικά χώρους όπου υπήρχε κόσμος) το ταχυδρομείο των τομεαρχών και το έπαιρναν στης Λούλλας. Με βάση αυτά ετοιμαζόταν ο φάκελος προς τον Αρχηγό με κάθε προσοχή, ώστε να είναι δυνατή η επισήμανση σε περίπτωση παραβίασής του. Η Λούλλα μετέφερε τον φάκελο στα γραφεία της ΚΕΜ, όπου ο μυημένος οδηγός Τάκης Καρανίκης τον μετέφερε στον προορισμό του, στη Λεμεσό. Στη ΚΕΜ είχε οργανωθεί επίσης δίκτυο οδηγών, οι οποίοι μετέφεραν την αλληλογραφία στους τομεάρχες παγκύπρια. Και στον Αρχηγό, βέβαια, όταν, από τον Ιούλιο του 1955 μέχρι τον Ιούνιο του ’56, βρισκόταν στα βουνά. Το 1958, όταν κεντρικός σύνδεσμος της ΕΟΚΑ ήταν ο σύζυγος της Λούλλας, ο κ. Αθανάσιος Παπαγεωργίου, η αλληλογραφία προς τον Αρχηγό διαβιβαζόταν μέσω του τότε διάκου της Αρχιεπισκοπής Άνθιμου Κυριακίδη και μεταφερόταν στο Αρχηγείο στη Λεμεσό από τον αγωνιστή Χρίστο Ρασπόπουλο.
Έχοντας άμεση επικοινωνία με τον Διγενή ο/η «Σεβαστιανός» (μετέπειτα Μαντώ), σε δυο περιπτώσεις είχε την τύχη να συναντήσει τον ίδιο στο βουνό: Η πρώτη στο τέλος του Γενάρη 1956, όταν η Λούλλα είχε πάει στη Μονή Κύκκου και διευθέτησε την εκεί συνάντηση του Μακαρίου με τον Αρχηγό (28/1/56) και η δεύτερη στους

«Μαύροι Γκρεμοί», Δάσος Πάφου, Δευτέρα της Λαμπρής 7/5/1956: Η Λούλλα Κοκκίνου (αριστερά) με τον Διγενή και την Εριέτα Ρούφου. Με το αυτόματο, ο Λάμπρος Καυκαλίδης. (Αρχείο Ρόδη Ρούφου).

«Μαύρους Κρεμμούς», βαθιά στο Δάσος Πάφου, τη Δευτέρα του Πάσχα την ίδια χρονιά (7/5/56). Είχε συνοδέψει εκεί τον Πρόξενο της Ελλάδας Ρόδη Κανακάρη Ρούφο, ο οποίος συζήτησε με τον Διγενή τα θέματα σχέσεων της ΕΟΚΑ με την τότε Ελληνική Κυβέρνηση Κ. Καραμανλή. Παρούσα στη συνάντηση και η γυναίκα του Ρούφου, Αριέτα, ενώ κοντά φρουρός, ο επικηρυγμένος αντάρτης Λάμπρος Καυκαλίδης.
Τον Ιούνιο του 1956 η Λούλλα συνελήφθη, όπως και η αδελφή της Ουρανία. Κρατήθηκε στις Φυλακές μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1957 και, με το που απολύθηκε, με εντολή του Αρχηγού ανέλαβε ρόλο συνδέσμου του με το Δήμαρχο Λευκωσίας Θεμιστοκλή Δέρβη και τον εγχώριο Τύπο. Στο καίριο πόστο του κεντρικού συνδέσμου της ΕΟΚΑ πρόσφεραν υπηρεσίες μετά τη Λούλλα, οι Φειδίας Καρυόλαιμος, Δήμητρα Κουρσουμπά-Γρηγορά, Μαρούλα Οικονομίδου-Χατζηγεωργίου και Αθάνάσιος Παπαγεωργίου, ο οποίος, ως υπάλληλος της Αρχιεπισκοπής, διετέλεσε και σύνδεσμος Μακαρίου και Διγενή στα πρώτα στάδια του αγώνα. Εκτελούσε επίσης χρέη ταμία της Οργάνωσης, με χρήματα που προέρχονταν από την Αρχιεπισκοπή μέχρι την εξορία Μακαρίου. Στη συνέχεια, χρήματα λαμβάνονταν από τον Ηγούμενο Κύκκου Χρυσόστομο.
Το 1958, η Λούλλα Παπαγεωργίου, με εντολή του Διγενή, φρόντισε να μετατρέψει βυτιοφόρο σε μέσο μεταφοράς καταζητουμένων αγωνιστών, σε συνθήκες ύψιστης ασφάλειας. Το βυτιοφόρο είχε την κωδική ονομασία «Ασπίδα», χρησιμοποιήθηκε δε για τη μεταφορά από Λεμεσό προς Λευκωσία και τανάπαλιν του αγωνιστή Αντώνη Γεωργιάδη, συνεργάτη και βοηθού του Διγενή στο Αρχηγείο της Λεμεσού.

Μυστική παραλαβή εφτά Κυπρίων ευέλπιδων
Το Φθινόπωρο του 1958, ο Αρχηγός Διγενής ανέθεσε στην αείμνηστη Λούλλα την παραλαβή και προώθηση στις περιοχές δράσης τους εφτά Κυπρίων αξιωματικών και ευέλπιδων, οι οποίοι κατέβηκαν μυστικά στην Κύπρο από την Ελλάδα για να ενισχύσουν την ΕΟΚΑ. Επρόκειτο για τους Κίκη Κωνστσντίνου, Τάσο Μάρκου, Παντελάκη Πανταζή, Ρένο Δρυμιώτη, Ανδρέα Ιωσηφίδη, Σταύρο Σταύρου Σύρο και Ανδρέα Αυγουστή.
Τους παραλάμβανε με την άφιξή τους έναν-ένα και τους φιλοξενούσε στο

ξενοδοχείο «Όλυμπος» στη Λευκωσία, μέχρι να φθάσει η εντολή του Αρχηγού για το πού θα κατέληγαν. Μετά τον αγώνα, οι «εφτά» επέστρεψαν στην Αθήνα με πλαστά διαβατήρια.
Το ξενοδοχείο «Όλυμπος», στο τέρμα της Οδού Λήδρας, μέσα στη νεκρή ζώνη σήμερα, είχε χρησιμοποιηθεί και για τη φύλαξη οπλισμού, όπως και για την προσωρινή παραμονή

καταζητουμένων. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Φ. Καρυόλαιμος, ο οποίος γλίτωσε από τη σύλληψη, χάρη στην εξυπνάδα της υπεύθυνης του ξενοδοχείου, Γλυκειάς Αντωνιάδου, που, με την εμφάνιση των Άγγλων έπεσε στο κρεβάτι «βαριά άρρωστη», παρασύροντάς τους με στημένη συνομιλία και παραδίδοντάς τους το πελατολόγιο του ξενοδοχείου, στο οποίο, βέβαια, δεν περιλαμβάνονταν οι αγωνιστές.

Να διασωθεί το ιστορικό υλικό της Λούλλας
Λόγω των νευραλγικών καθηκόντων της στην ΕΟΚΑ, η αγωνίστρια Λούλλα Κοκκίνου Παπαγεωργίου διατηρούσε πλούσιο γραπτό υλικό του έπους 1955-59. Μεγάλο μέρος, όπως επιστολές και χειρόγραφα σημειώματα, ανήκαν στον Αρχηγό Διγενή.
Το υλικό αυτό, για διάφορους λόγους παρέμεινε άγνωστο και αναξιοποίητο μέχρι σήμερα. Επειδή, όμως, πρόκειται περί αυθεντικού υλικού με μεγάλη ιστορική αξία, γίνεται εισήγηση στην οικογένειάς της θανούσας, όπως φροντίσουν να το παραδώσουν στο Μουσείο Αγώνος ή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η σημασία του υλικού αυτού είναι τεράστια, γιατί κανένας άλλος δεν μπορούσε να το κατέχει πλην της αείμνηστης Λούλλας.
Η Ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα με την κάθε της λεπτομέρεια, θα πρέπει οπωσδήποτε να καταγραφεί έστω και αργά, ιδίως όταν πρόκειται για έγγραφα που αφορούσαν τον Αρχηγό του αγώνα, από τον οποία εξαρτιόνταν τα πάντα. Το υλικό της Λούλλας Παπαγεωργίου, αλλά και άλλων αγωνιστών που ζουν ή πέθαναν και παραμένει άγνωστο, θα πρέπει να διατηρηθεί για και να είναι προσιτό και στην παρούσα, αλλά και στις επερχόμενες γενιές. Άλλωστε, το έπος του 1955-59 απετέλεσε την κορυφαία προσπάθεια του ελληνικού κυπριακού λαού για αποτίναξη του αποικιακού ζυγού και η κάθε πτυχή του απαραιτήτως πρέπει να μείνει.
Στο φως επάναγκες να βγουν και οι τυχόν καταγραφές της μ. Λούλλας για όσα – πολλά και άγνωστα – γνώριζε και άφησε πίσω της με το θάνατό της.

Αρχείο Νίκου Παπαναστασίου-απόσπασμα)

nikospa.wordpress.com

29.6.2019

This entry was posted in ΑΡΘΡΑ. Bookmark the permalink.